Τhe Boy- Το τσεκούρι

Κάθε μέρα ονειρεύομαι να παίρνω το τσεκούρι μου και να βγαίνω στο δρόμο...κάθε μέρα. Κάθε μέρα...
Κάθε μέρα ονειρεύομαι να παίρνω το τσεκούρι μου και να βγαίνω στο δρόμο. Κάθε μέρα... Να σας χτυπάω δυνατά. Και να σας διαλύω. Να εξαφανίζω επιτέλους τους εφιάλτες μου. Τους τρομοκράτες μου. Κάθε μέρα. Κάθε μέρα...

{xwris titlo}

8elw na sto fwnaksw
ka8e fora pou me koitazeis me ta lampera matia sou
ka8e fora pou mou xamogelas
ka8e fora pou se parathrw na gelas
otan me agkizeis
otan me filas
otan kanoume erwta
omws to parel8on mou einai toso asxhmo pou fovamai
fovamai min kanw ta idia la8h
fovamai thn epanalhpsh
fovamai emena
fovamai esena
fovamai ton hxo ths fwnhs mou
fovamai ton xrono
twra klaiw
klaiw gia mena
kai gia sena
gia to twra kai gia to prin
misw to prin
tous misw olous
se ekeinous to psi8irisa
esena 8a sto fwnaksw!

Ευχές και Δώρα Νο4

Ρώτα με. Ρώτα με αυτά που έχεις στο μυαλό σου. Εδώ και χρόνια, ή μόλις τώρα. Ρώτα με από τα πιο απλά, μέχρι και τα πιο απίστευτα. Ρώτα με οτιδήποτε. Θα σου δώσω απαντήσεις σε όλα. Ρώτα με πόσα είναι τα αστέρια, πότε θα πάμε για καφέ, αν θα έδιωχνα τη γάτα μου για να κρατήσω το σκύλο σου, αν θα έρθω μέσα στο αβάσταχτα ζεστό βράδυ στο σπίτι σου για να σε βοηθήσω να βάλεις το σκουλαρίκι σου, ρώτα με αν μου λείπουν οι μαλακίες σου, αν θα προσπαθούσα ξανά να επικοινωνήσω ακόμα κι αν εσύ παραμείνεις όπως είσαι τώρα, ρώτα με αν ξέρω να φτιάχνω λάμπες, αν μπορώ να καταπιώ γυαλί χωρίς να κοπώ, αν θα σου κεράσω το ούζο σου το βράδυ, αν θα σου κρατάω το κεφάλι όταν θα ξερνάς, αν θα κρατήσω μυστικό το λόγο που μέθυσες, ρώτα με αν έκανες ποτέ κάτι που με πλήγωσε... Ρώτα με οτιδήποτε. Θα σου απαντήσω σε όλα, αρκεί να μπεις στη διαδικασία να σκεφτείς.

Μεθυσμένοι ξεν(οι)έρωτες

Παραπατώντας σε μεθυσμένους κύκλους πάνω στο πάτωμα κάποιου ξεχασμένου μπαρ, παραμιλώντας σε μια γλώσσα που ήξερε πως κανείς δεν ήξερε, σκόνταψε πάνω στο πρόσωπο του χθεσινού ονείρου, της αυριανής επιθυμίας. Χαμογέλασε με μισόκλειστα μάτια, κι εφόσον είχε ανταπόκριση αποφάσισε να μιλήσει. Τίποτα. Η μεθυσμένη γλώσσα σαν άνοιγε το στόμα αρνούνταν να βγάλει ήχους. Ήταν πρόθυμη όμως να εξωτερικεύσει όλα όσα είχε εσωτερικεύσει πριν κάτι ώρες. Γι αυτό αποφάσισε το στόμα να κλείσει και να απομακρυνθεί. Στον τελευταίο παραζαλισμένο κύκλο αυτής της τραγωδίας, τα πόδια λύγισαν κι όλα σκοτείνιασαν... Χέρια σήκωσαν το σώμα ψηλά, το ακούμπησαν πάνω στο δικό τους σώμα, τα χείλη φίλησαν το μέτωπο και ψιθύρισαν μέσα στο σκοτάδι "Ώρα να σε πάμε για ύπνο". Ήξερε το δρόμο, το σπίτι, πού να βρει τα κλειδιά, σε ποιό δωμάτιο να αφήσει το σώμα (αυτό που αύριο δεν θα θυμόταν τίποτα) κι όπως αθόρυβα κι απρόσωπα εισέβαλε, το ίδιο απαλά αποχώρησε για άλλο ένα βράδυ.

Good News!! (not)

Απάτη.Τσιγάρο.Τσακωμός.Απόσταση.Δολοφονία ανυπεράσπιστου χωρίς λόγο.Θλίψη.Απρόβλεπτη συγκατοίκηση εξ ανάγκης.Καταπίεση.Υπερβολικό φόρτο εργασίας.Τρέξιμο για βοήθεια προς κάποιους που δεν το θέλουν.Εξαναγκασμός.Κρίσεις πανικού.Ανεκπλήρωτοι έρωτες για όλους.Καφές.Αλκοόλ στη μέση της βδομάδας για κουράγιο.Αντιβίωση.Πρωινά χάπια εφ' όρου ζωής.Χωρίς λεφτά κανένας για κανένα λόγο.Το λιγότερο.Κόπωση, συναισθηματική και σωματική.Έλλειψη ομορφιάς.Έλλειψη καλών νέων για μήνες.Και το ξέπλυμα της βροχής μιας τέντας κωλάδικου στο κεφάλι μου.
Χωρίς Μan από τότε μέχρι πάντοτε.

Απογοήτευσα όλους τους άντρες της βραδιάς μου. Και καθώς περνούσε η ώρα το πάρτυ μετατρεπόταν σε διαγωνισμός φιλιού. Στεκόμουν μόνη και τότε εκείνη μου χαμογέλασε. Με πλησίασε. Μου πρόσφερε το μπουκάλι της και με κοίταξε στα μάτια. "Είναι δύσκολες ώρες για όλους μας. Ας το αφήσουμε για την επόμενη φορά." Ήπια λίγη πίκρα απ' το μπουκάλι της και έριξα μία σταγόνα κι απ' τη δικιά μου μέσα. Της το έδωσα πίσω έτσι ώστε να πιει κι αυτή, κάτι σαν να δίναμε υπόσχεση η μία προς την άλλη. Την αγκάλιασα και αποχωριστήκαμε. Ποιός ξέρει αν θα υπάρξει επόμενη φορά; Ή ότι θα θυμόμαστε η μία την άλλη; Ή ότι και την επόμενη φορά δεν θα είναι δύσκολες ώρες; Μερικές φορές συνειδητοποιώ ότι η γενιά μου είναι ακόμα ονειροπόλα. Και χαίρομαι γι' αυτό.


The eye.

 Once upon a time i loved people like nothing else. Tall men, short women, green eyes, smart eyes, shitty eyes, yes i loved all kind of eyes, even those that were closed. It was  always so hurtful healing people's eyes. I could see them burning by sorrow behind that slightest slice of iris, and by staring at their face's large smile i could verify the pain. Yes, pain grows into the eyes that once were wounded and mistreated.
 I never really said anything helpful but i was always there to blame, to step on, to shout and to break so that all kind of bad feelings would become mine. But once i looked them so healthy it didn't matter.  I didn't matter. And now, now i really am the broken one. I look in the mirror  and try to clean my own blurred eyes, and you know what? I don't feel like giving a crap anymore. So i fall and wait someone to catch me. And you know what? This world is full of myselfs. Full of people healing people just for their sake, full of people stealing other people's pain, till they'll too break down. And you know what? That's just not good enough. Now that i see humanity's condom i decided to change and irresponsibly fuck you all cause you deserve me just like i deserve myself.  And you know what? A minute after i stood up on my own two feet once again, i felt the same thing as before : 
  I'll take the blame for all the things that cracked your soul
  to take the glory for saving you from this pathetic slow death

Tonight it's Just Me and the Dancefloor

Με κοιτούσε προκλητικά. Με καλούσε κοντά του. Δίσταζα. Γι' αυτό αποφάσισα να μεθύσω. Και πάνω που ήμουν έτοιμη να κάνω το βήμα, ένας γκρι χοντροκέφαλος πετάχτηκε μπροστά μου. "Χορεύουμε;" Κοίταξα ανήσυχη το πάτωμα. Όχι, δεν θα δεχόταν κάτι τέτοιο. Τράβηξα με δυσκολία το βλέμμα μου από πάνω του και απάντησα "Λυπάμαι, με πονάει το γόνατό μου". Χαμογέλασε κι έκανε ένα βήμα πίσω με σκοπό να ανοίξει χώρο και να με προσκαλέσει. Και τότε γλίστρησε πάνω στο πάτωμα, το οποίο ήταν υγρό εξαιτίας μου. Το κοίταξα και μου χαμογέλασε ικανοποιημένο. Ο γκρι χοντροκέφαλος ταράχτηκε από την πτώση που είχε μπρος στα μάτια μου (δεν ήξερε ποτέ ότι ποτέ δεν ήταν υψηλά στα μάτια μου...μα γκρι??), θίχτηκε με το πάτωμα και το έσπρωξε με το πόδι του κατευθυνόμενος προς μια καρέκλα μπρος στο μπαρ. Κάθησε απέναντί μου και περίμενε. Πόσο ήθελα να χορέψω! Πόσο ήθελε το πάτωμα να χορέψω! Μα που θα πάει, θα φύγει κάποτε ο χοντροκέφαλος....Δεν θα φύγει???

Δεν θελω να διαβασω.




Μα πως τυχαίνει άτιμε σκύλε? Κάθε φορά που αποφασιστικά ανοίγει τους μπλεγμένους με σκόνη και αρρώστια φακέλους του, ο κόσμος να χωρίζεται στα δύο? Χαμηλώνει τα μάτια-χειμώνας. Σηκώνει το βλέμμα- κραιπάλη . Επιλέγει. .?
Με το ένα πόδι στα σκατά και το άλλο στο όνειρο στέκεται ανυπόμονος περιμένοντας να τον κυνηγήσει κάποια ισορροπία. Τον πλησιάζει μία. Τα μάτια του γουρλώνουν ζωηρά και παιχνιδιάρικα, τα χείλη του, με τα ίδια επίθετα σουφρώνουν. Χαμηλώνει το κορμί του. Σηκώνει την μία φτέρνα του ελαφρά απ' τα σκατά, δίνει το βάρος στο όνειρο και σε απόσταση αναπνοής πια από την ισορροπία, εκτοξεύεται με φόρα πριν αυτή τον ακουμπήσει. 

Το Πρωινό

Ονειρεύτηκα πως είχα ένα παιδί.
Ένα αγγελούδι με μαύρα μαλλιά και μαύρα μάτια.
Άκουγε Μπαχ και χόρευε τανγκό.
Ζωγράφιζε όμορφα τοπία.
Κι ύστερα ήρθε ο μπαμπάς του.
Δεν τον ήξερα.
Ήθελε να μείνει μαζί μας.
Δεν τον θέλαμε.
Ύστερα το παιδί τον αγάπησε και τον ήθελε περισσότερο από εμένα.
Νευρίασα και τον έδιωξα.
Το παιδί μελαγχόλησε.
Νευρίασα και το έφαγα.
Το πρωί ξύπνησα χορτάτη.

Ο δρόμος.


Ενα δέντρο ξεκίνησε οικειωθελώς την ζωή του πανω στο τραπέζι. Η ώρα πήγε δύο και δύο μάτια δεν παρέλειψαν να το παρατηρήσουν. Πάνω στο μάρμαρο στεκόντουσαν ανυπόμονες οι κάμποσες βαλίτσες σου. Oύτε αυτές αντέχανε την ασφυξια της μισής ώρας. Μία ανησυχια σκάει στο τραπέζι σαν καρπός. Την αρπάζεις και την τρως. Θα βρεις άραγε ταξί? Γυρνάω πλάτη, δεν θέλω να σε βλέπω. Το ρολοϊ με ειδοποιεί...δύο και δέκα. Καταραμένη οπτική αίσθηση, μερικές φορες στρέφεσαι εκεί που δεν με συμφέρει. Αναστενάζω χωρίς να ξεχάσω να προσποιηθώ καποια έλλειψη οξυγόνου. Σε κοιτάω, κοιτάς το δέντρο, κοιταει τις βαλίτσες και θλιμμένα πετάει τον τελευταίο του καρπό γι' απόψε. Τον παίρνεις και τον τρως. Οι βαλίτσες σου τσιρίζουν. Mερικές έχουν βουρκώσει. Το δέντρο γέρνει και κοιμάται. Φτάνει για σήμερα. Θα βρεις ταξι άραγε? Σιωπή. Slow Motion. Η ώρα πήγε δυόμιση. Δεν θέλω να φύγεις. Σου εύχομαι να βρεις γρήγορα ταξί.

Στον αδερφό μου, Πειρατή
Μετά από αμέτρητες νύχτες αϋπνίας
άρχισα να σκέφτομαι έντονα το θάνατο.
Και η ιδέα του ασταμάτητου ύπνου χωρίς όνειρα
με έκανε να αναρριγήσω κρυφά από ηδονή

Really Bad And Cheap poetry

They say a woman’s heart is a deep ocean of secrets.
Well, if we realize it, people do whatever they want in oceans.
They piss, they throw their garbage and their shit, they kill out of control the life they have inside them, they test nuclear weapons, they throw chemicals and other shit that I can’t recall right now.
But most of all, people throw in the oceans their secrets.
They stand on the edge and talk to the ocean, scream at it, cry and ask why.
Like it doesn’t have enough inside it…
It seems like I lost the point.
But what I want to say is that I’m not the ocean.
I threw the secrets that hurt my heart (mine and yours) in an invisible notebook.
I burned it and now I’m a cloud.
I can't keep your secrets...just your dreams.

Always did

'' You know, i love my men. I always loved them. What? No,i'm not married and never was. Actually i didn't even have a real relationship with them. Who are they?Oh,they were... they are everyone,every time among the years. I love my men. I love the way they look at me with their big eyes, the way they laugh,the way they hug and kiss me, the way they whiff on my neck, the way they light my cigarette,the way they tell me their great stories,the way they've done everything,the way they pretend they're never bored,the way they look away to someone else,the way they're getting mad when I'm looking at someone else...I love their hypocrisy,i love their lies,i love them when they're out of control,i love them when they hurt me,i love them even when they walk away... You think i'm too young to know what love is? I think you're too old and have forgotten. Love is something personal,that every single man lives it on his own way. That's why my men hurt me and i hurt them. Because we didn't try to love in the way the other person wanted to be loved. Cause that's what love is all about. But i'm sure, that even when i'm dying,my last thought will be: "I loved my men. I always loved them. 'Till now..." You know,three days now in a row, there are that lyrics from a song stuck on my mind :
'it's just another day,nothing in my way,i don't wanna go,i don't wanna stay,now there's nothing left to say..'
Tells everything.. I gotta go now, my bus is waiting. Bye.. ''

Cat Hair

Επιστροφή απ' το πατρικό
με γατότριχες στα ρούχα.
Το μόνο που θέλω είναι ησυχία
και τσιγάρα.
Για να ξεπλύνω απ' το μυαλό μου το τελευταίο σου βλέμμα.
Γι' άλλη μια φορά νιαουρίζω μόνη.

just cold. but not really.


























Don't really care
Doesn't really hurts
Just playn' it to feel it more and learn to grow the sore
my sore, your sore,  his sore.
No, i don't really care
but i do need to fill this cup and drink it till is empty
just to see it empty 
and then fill it again,
to feel it's in my hand

But oh dog , i made him cry, i still am, he's still crying
Let me do this, son, let me do this, mother
  to kill the saint that hurts my brain
  to freeze this deep breath with it's balance 
and you my love just be in pain
  to make sure that i won't be too,
my loss, my gain 
look at me, i'm running out of feelings 

and this new year finds me alone
that's what i wanted, didn't i?
this beautiful empty night
don't have much steps to walk myself home

But that's all in the past, 
and this moment when i'll wright it down, it will be too
i still remember my thoughts, and as hard as i try, it's still past
'cause  when i laid down to sleep then it hurt the most
my head and fingernails where ice
my brain and blood where ice
my heart was so warm that calmed me down
and yet i didn't had anyTHING nor anyONE, to pass that warm to

Ο κώδικας των αεροδρομίων

Πάει καιρος..που δεν σκέφτηκε,που δεν βρήκε τα κατάλληλα εναύσματα για να σκεφτει.Ούτε τώρα θα το κάνει. Ξύπνησε εκείνο το πρωί και ήξερε οτι όφειλε να το πει, να αφήσει αυτούς να  ξέρουν ,τους αξίζει να ξέρουν.

Αυτός ο κώδικας είναι υπερβολικά απλός,οχι σαν αυτούς που ξέρεις.-Μην απογοητεύεσαι,δεν θα ακολουθήσει ακομα μια τεχνοκρατική σκέψη-. Είναι ένας ενστικτώδης κώδικας
Σςςς.
Τώρα μιλάει το σώμα.

Η ανοιχτή βεντάλια στα χέρια μιας γυναίκας αποτελεί κλασικό μέσο άσκησης γοητείας .Καλύπτει το μισό της πρόσωπο πίσω απο τη βεντάλια, την κουνάει απαλά κοιτώντας τον άντρα και τον προκαλέι ν'ανακαλύψει αυτό που επιτηδευμένα του κρύβει.

Αεροδρόμιο .
Κάνει αέρα μ'ένα βιβλίο και ρίχνει κλεφτές ματιές στον άντρα που έχει επιλέξει.Αν αυτός γνωρίζει τον κώδικα,αυτομάτως θα λάβει το μήνυμα: "Σε πέντε λεπτά ,στην τουαλέτα  των ανδρών".-Πάντα στων ανδρών γίνεται, προκαλεί λιγότερη αμηχανία εκει-.
Τα λόγια καλύτερα να λείπουν. Χωρίς ονόματα, χωρίς διευθύνσεις.Όσο λιγότερα γνωρίζει ο ένας για τον άλλο τόσο καλύτερα.
Αν δεχτεί την πρότασή της θα ακουμπίσει το βιβλίο στα πόδια του, θα χαμογελάσει και δυο λεπτά αργότερα θα σηκωθεί και θα φύγει.(!)
Αν αρνηθεί ,απλώς θα προσποιηθεί.Θα συνεχίσει να διαβάζει, θα κοιτάξει αλλού, οτιδήποτε τέλως πάντων θα την κάνει να πιστέψει οτι δεν γνωρίζει τον κώδικα, απαλάσσοντας την έτσι απο την αμηχανία.
Η ώρα πέρασε και η επιβίβαση αρχίζει.Σε λίγο μια φωνή ακούγεται απο το μικρόφωνο "Καλώς ήρθατε στη λέσχη των ανομολόγητων πόθων" .

Σ'αυτούς που φεύγουν.
Οπτικοακουστική συνοδεία  http://www.youtube.com/watch?v=r4_eUSm0S54

Καλή Χώνεψη!

   Ας υποθέσουμε ότι πας σε ένα εστιατόριο για φαγητό.Ούτε πρωτοκλασάτο,ούτε πεταμένο. Κάτι που αντέχει η τσέπη σου και το φαγητό του τρώγεται.Πας,κάθεσαι και παραγγέλνεις το πιάτο της ημέρας,χωρίς να δεις τι είναι.Γιατί τόσο καιρό τρως σ' αυτό το μαγαζί.Εμπιστεύεσαι την κουζίνα του. Και εκτός αυτού,σ' αρέσουν κι οι εκπλήξεις -όσον αφορά τα απλά πράγματα, πάντα. Περιμένεις,στριφογυρνάς στην καρέκλα σου, γιατί ανυπομονείς να δεις τι θα φας και είμαι σίγουρη ότι αν είχες ουρά θα την κουνούσες. Το καταλαβαίνω απ'το χαμόγελο στα μάτια σου. Περνάει λίγη ώρα και ο σερβιτόρος έρχεται,αφήνει μια πιατέλα καλυμμένη μπροστά σου και φεύγει με ελαφρά πηδηματάκια και τον αέρα πεταλούδας. "Ας του πει κάποιος που δουλεύει",σκέφτεσαι και κρυφογελάς. Ανοίγεις την πιατέλα και το γελάκι σου κόβεται μαχαίρι. Ανακατεύεσαι απ' το θέαμα, κρατάς το γεμάτο απ' τα σωθικά σου στόμα σου και σπρώχνεις πίσω την καρέκλα σου.Τι βλέπεις? Στο πιάτο σου κείτεται ένας αρουραίος γδαρμένος και άψητος. Και έχει και μια ουρά....Δεν θα την ξανακουνήσει,μην αγχώνεσαι! Επαναφέρεις με κόπο τα σωθικά σου εκεί που θα 'πρεπε να βρίσκονται και με τρεμάμενη φωνή -είσαι ακόμα σοκαρισμένος- καλείς το σερβιτόρο.
-Τι είναι αυτό;;Γιατί μου τό 'φερες αυτό τοττοτο...το απαίσιο πράγμα?? ρωτάς
-Α,δεν φέρω καμία ευθύνη για τα πιάτα,εγώ είμαι ένας απλός σερβιτόρος σε ένα απλό εστιατόριο, απαντάει λες και έχει ακούσει τη σκέψη σου.
Αντιλαμβάνεσαι αστραπιαία το κύρος σου ως πελάτης,υψώνεις φωνή και ανάστημα και απαιτείς να σου παρουσιαστεί ο σεφ χτυπώντας το χέρι σου στο τραπέζι. Το φαϊ σου αναπήδησε κι εσύ αναγούλιασες,αλλά ευτυχώς ο σερβιτόρος έχει "πετάξει" ως στην κουζίνα,οπότε δεν έχασες το κύρος σου. Μέσα σε δευτερόλεπτα,εμφανίζεται μπροστά σου ένας κυριούλης που φοράει το καπέλο του σεφ και την ποδιά του χασάπη. Κοιτάς τα αίματα στην ποδιά και είσαι σίγουρος ότι αυτός είναι ο υπεύθυνος της εκπληξής σου.
-Γιατί,πώς,τι σκεφτόσουν?? ρωτάς ταραγμένος.
Κι αρχίζει το ποιηματάκι του:
-Ήταν στην αποθήκη με τα τρόφιμα καιρό τώρα,πολλοί σαν κι αυτόν,αλλά δεν μπορούσα να τους καταπολεμήσω,καθώς μαζεύονταν όλο και περισσότερα τρόφιμα και όλο και περισσότεροι πελάτες έρχονταν για φαγητό.Όμως όλοι έτρωγαν συγκεκριμένα φαγητά,οπότε κάποια έμεναν.Δεν πετάχτηκαν ποτέ τα μπαγιάτικα.Τα έτρωγαν αυτοί, λέει δειχνοντας το πιάτο σου.Δεν το κοιτάς,περιμένεις να δει που θα καταλήξει.
-Και?
-Ε,και κάποια στιγμή οι αρουραίοι ήταν περισσότεροι απ' τα τρόφιμα.Έφαγαν τα πάντα.Άδειασε η αποθήκη από φαγητά και γέμισε καλαναθρεμένους αρουραίους. Οπότε αποφάσισα για κάποιο καιρό να έχω ως κύριο-και μόνο- πιάτο γεμιστούς αρουραίους. Το φαγητό σας βρίσκεται στο στομάχι του!...

   Τώρα ας πούμε ότι είσαι εσύ εσύ.Αυτός δηλαδή που πάει στο εστιατόριο. Η αποθήκη με τα τρόφιμα είναι η αποθήκη των συναισθημάτων σου.Τα τρόφιμα που θέλουν να τρώνε οι πελάτες -δεν βγαίνεις απ' έξω,κι εσύ πελάτης είσαι- είναι, όπως καλά κατάλαβες, τα θετικά και όμορφα αισθήματά σου. Είναι αυτά που βγαίνουν προς τα έξω και πάνε ευχάριστα για κατανάλωση.Αυτά που μένουν και μπαγιατεύουν είναι τα αρνητικά σου αισθήματα. Ναι ρε παιδάκι μου,δεν έχουν ωραία γεύση ή υφή στο στόμα,και σε πειράζουν στο στομάχι.Ξέρω.Είχες σκεφτεί όμως ποτέ ότι τα άσχημα συναισθήματά σου αν μείνουν καιρό στην αποθήκη θα μαζέψουν "αρουραίους" και άλλα "αντιπαθητικά ζωύφια" τα οποία θα αρχίσουν να τρώνε και τα ωραία σου "φαγητάκια"?? Μήπως πρέπει να τα φας κι αυτά κάποτε? Ή αν όχι να τα φας..να τα ακουμπήσεις,να τα κοιτάξεις,να τα επεξεργαστείς?Να τα πετάξεις??
Δεν ξέρω αν το κατάλαβες,αλλά εγώ είμαι ο γαμημένος σεφ.
Θα μου κάνεις παράπονα? Εσύ ήρθες στο μαγαζί μου.
Θα με προσβάλλεις γι αυτό που σου πρόσφερα? Δικό σου είναι.Όσο φταίω εγώ,φταίς κι εσύ.
Δεν θα ξανάρθεις στο μαγαζί μου?Η αποθήκη με τα τρόφιμα θα είναι πάντα η ίδια.Η δικιά σου. Απλά άλλοι σεφ θα έχουν ψήσει τον αρουραίο σου,θα του έχουν κόψει την ουρά και θα τον έχουν καλύψει με πυχτή σάλτσα.
Τελικά??Τι θα κάνεις?? Θα βγάλεις στο φως τα "σκουπίδια" σου ή να σου τρίψω το κρέας στη μούρη?
Ανυπομονώ για την απάντηση.