Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Amola Kaluba. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Amola Kaluba. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Ψεύτες, Κλέφτες και άγιοι πάντες

Πήγα στο παρκάκι και συνάντησα τους ψεύτες.

Μου μίλησαν με κλάματα για την ζωή και είπα πως θα τους βοηθήσω.

Και το έκανα.

Έβγαλα ένα πακέτο χαρτομάντιλα και πρόσφερα σε όλους.

Μετά από μία ώρα άρχισα να βήχω.

Γιατί αυτό συμβαίνει όταν δεν φυσάς την μύτη σου, λέει ο μπαμπάς μου.

Χεσε με

Σήμερα έλεγα ότι θα βάλω πλυντήριο.

δεν έβαλα.

ότι θα πληρώσω το νοίκι,

δεν το πλήρωσα

ότι θα σε πάρω τηλέφωνο

δεν το έκανα

κάτι είναι και αυτό.

My own pony

Oh my dear boy, you were always there for me with this passionate 
thirst to give me everything. but i never fell for you. dedicated to 
where my feet  wanted you to walk, you walked. just like a little 
pony! then i got tired and climbed on you. and we played father 
and daughter. ''i wanna see the sea'' i told and you walked me 
there and then ''i wanna eat your meat'' i told you and you cooked
 me your own body. and then ''i just want to stay here for a while 
and get some rest''. there was nothing for you to do, so i killed you. 
pretty simple isn't  it?

The eye.

 Once upon a time i loved people like nothing else. Tall men, short women, green eyes, smart eyes, shitty eyes, yes i loved all kind of eyes, even those that were closed. It was  always so hurtful healing people's eyes. I could see them burning by sorrow behind that slightest slice of iris, and by staring at their face's large smile i could verify the pain. Yes, pain grows into the eyes that once were wounded and mistreated.
 I never really said anything helpful but i was always there to blame, to step on, to shout and to break so that all kind of bad feelings would become mine. But once i looked them so healthy it didn't matter.  I didn't matter. And now, now i really am the broken one. I look in the mirror  and try to clean my own blurred eyes, and you know what? I don't feel like giving a crap anymore. So i fall and wait someone to catch me. And you know what? This world is full of myselfs. Full of people healing people just for their sake, full of people stealing other people's pain, till they'll too break down. And you know what? That's just not good enough. Now that i see humanity's condom i decided to change and irresponsibly fuck you all cause you deserve me just like i deserve myself.  And you know what? A minute after i stood up on my own two feet once again, i felt the same thing as before : 
  I'll take the blame for all the things that cracked your soul
  to take the glory for saving you from this pathetic slow death

Δεν θελω να διαβασω.




Μα πως τυχαίνει άτιμε σκύλε? Κάθε φορά που αποφασιστικά ανοίγει τους μπλεγμένους με σκόνη και αρρώστια φακέλους του, ο κόσμος να χωρίζεται στα δύο? Χαμηλώνει τα μάτια-χειμώνας. Σηκώνει το βλέμμα- κραιπάλη . Επιλέγει. .?
Με το ένα πόδι στα σκατά και το άλλο στο όνειρο στέκεται ανυπόμονος περιμένοντας να τον κυνηγήσει κάποια ισορροπία. Τον πλησιάζει μία. Τα μάτια του γουρλώνουν ζωηρά και παιχνιδιάρικα, τα χείλη του, με τα ίδια επίθετα σουφρώνουν. Χαμηλώνει το κορμί του. Σηκώνει την μία φτέρνα του ελαφρά απ' τα σκατά, δίνει το βάρος στο όνειρο και σε απόσταση αναπνοής πια από την ισορροπία, εκτοξεύεται με φόρα πριν αυτή τον ακουμπήσει. 

Ο δρόμος.


Ενα δέντρο ξεκίνησε οικειωθελώς την ζωή του πανω στο τραπέζι. Η ώρα πήγε δύο και δύο μάτια δεν παρέλειψαν να το παρατηρήσουν. Πάνω στο μάρμαρο στεκόντουσαν ανυπόμονες οι κάμποσες βαλίτσες σου. Oύτε αυτές αντέχανε την ασφυξια της μισής ώρας. Μία ανησυχια σκάει στο τραπέζι σαν καρπός. Την αρπάζεις και την τρως. Θα βρεις άραγε ταξί? Γυρνάω πλάτη, δεν θέλω να σε βλέπω. Το ρολοϊ με ειδοποιεί...δύο και δέκα. Καταραμένη οπτική αίσθηση, μερικές φορες στρέφεσαι εκεί που δεν με συμφέρει. Αναστενάζω χωρίς να ξεχάσω να προσποιηθώ καποια έλλειψη οξυγόνου. Σε κοιτάω, κοιτάς το δέντρο, κοιταει τις βαλίτσες και θλιμμένα πετάει τον τελευταίο του καρπό γι' απόψε. Τον παίρνεις και τον τρως. Οι βαλίτσες σου τσιρίζουν. Mερικές έχουν βουρκώσει. Το δέντρο γέρνει και κοιμάται. Φτάνει για σήμερα. Θα βρεις ταξι άραγε? Σιωπή. Slow Motion. Η ώρα πήγε δυόμιση. Δεν θέλω να φύγεις. Σου εύχομαι να βρεις γρήγορα ταξί.

Στον αδερφό μου, Πειρατή

just cold. but not really.


























Don't really care
Doesn't really hurts
Just playn' it to feel it more and learn to grow the sore
my sore, your sore,  his sore.
No, i don't really care
but i do need to fill this cup and drink it till is empty
just to see it empty 
and then fill it again,
to feel it's in my hand

But oh dog , i made him cry, i still am, he's still crying
Let me do this, son, let me do this, mother
  to kill the saint that hurts my brain
  to freeze this deep breath with it's balance 
and you my love just be in pain
  to make sure that i won't be too,
my loss, my gain 
look at me, i'm running out of feelings 

and this new year finds me alone
that's what i wanted, didn't i?
this beautiful empty night
don't have much steps to walk myself home

But that's all in the past, 
and this moment when i'll wright it down, it will be too
i still remember my thoughts, and as hard as i try, it's still past
'cause  when i laid down to sleep then it hurt the most
my head and fingernails where ice
my brain and blood where ice
my heart was so warm that calmed me down
and yet i didn't had anyTHING nor anyONE, to pass that warm to

Old and Ugly


My old friends, my old life , I miss it .
My past-self’s innocence, my guardian elf’s blanket .
My strong feet, my tireless ship, my irresponsible heat and bleak
  ..dreams, warm dreams, big dreams , small dreams .
And when I fall, sick of all these ticking clocks,
  this pain grows into me and speaks with both our voices ,
  “Dear god. Fuck you for not existing”
My old friends, my old life . Oh dog, (you little soul), I miss it all.
And now,
  just to come closer to my past,
  I’m getting old too.

Don't hold on, go get strong
Well don't you know there is no modern romance.

From then till forever with lies and alcohol


She was in her own filthy world, drinking and dancing with her friends. They were shouting and laughing with tears, oh, they all had their hopes in their glasses. She swung her own self round and round two times to dance that happy-sad song that kept playing in her mind. She wanted to cry but still in her eyes was that strong, peaceful, imprisoned joy. And there, on the top of this inelegant dance, there he was, waiting for her without knowing, grieving over her without tears, her absolute end. She stared. He didn’t notice, speaking with his friends. She walked, slow with loud steps, screaming  “Behold cruel world! For this love shall destroy your cheap senses! Look! In the edge of this spontaneous moment full of alcohol and red feelings, my lord is waiting patiently for his baby.  Speak you idiot! What do you want me to do to prove that I’m your dog?” coming closer, she took the last swig of her wine and let go the glass to break on the floor. She touched him, she softly embraced him diving into his chest, and then bit him on the neck hard enough to bleed his nerves out. And he hit her. He grabbed her by the arms and hit her. “You poisonous bitch, you will never understand what you did to me!”, he said. But she was laughing, loud and louder in every slap that she had. And then he stopped. Looked at her and hugged her so tight that she finally cried. At last, she did cry. And then they fucked their pain away to death. Until there was no more love to keep inside, no more love to give away.

Εγώ, εγώ και ο ταχυδρόμος


Χτύπησε το κουδούνι. Πράγμα που με ξύπνησε. Άρα ήμουν ξύπνια? Τέλος πάντων. Σηκώθηκα. Άνοιξα την πόρτα χωρίς να ρωτήσω ποιος είναι. Έχει στ’αλήθεια κάποιος την περιέργεια να μάθει ποιος ήταν? ΈΧΕΙ? Ήταν ο ταχυδρόμος. Σε αυτόν τον κόσμο οι ταχυδρόμοι είναι γοητευτικοί αράπηδες γύρω στα σαράντα, οι οποίοι παρ’όλο που δεν έχουν καμία πανεπιστημιακή μόρφωση, πάνε πακέτο με μία πολύπλοκη προίκα αφρικανικής φιλοσοφίας , (ακόμα και αν κατάγονται απ΄την Αργεντινή) , γεγονός που εξηγεί την ιδιόμορφη καλημέρα του : « Η ομορφιά σου είναι εγκλωβισμένη στο χέρι σου. ‘Αφησέ την να τρέξει, να χορέψει και να πιεί νερό».  Σούφρωσα τα χείλη μου μπουκώνοντας μέσα μου ένα «Μμ» (2 μ) , και κούνησα καταφατικά το ακόμα σε στάδιο ύπνου, κεφάλι μου, εννοώντας όσο μπορούσα κάτι σαν  «ναι, έχεις δίκιο, συμφωνώ με την κακή σου ποίηση που θυμίζει κοέλο στα καλύτερά του, ακόμα και αν δεν έχω πάρει ναρκωτικά».  Οδήγησα με ευλάβεια το χέρι μου εκεί που μου έδειχνε, κάνοντας κατανοητό ότι θα ξεκλειδώσω την ομορφιά μου στο χαρτί του όπως με συμβούλεψε. Όταν τελικά αντίκρισα την λέξη που με προσδιόριζε, παρατήρησα ότι θα μπορούσε να διαβαστεί και ως Παπόυτσου ή Παπολμλο ‘η Π και μία άσχημη ζωγραφιά.  Μα τίποτα από όλα αυτά δεν είχε σημασία. Μόνο η περιέργειά μου για τον φάκελο που κρατούσε στο χέρι του. Αφού άρπαξα το γράμμα μου, έκλεισα την πόρτα ευγενικά και κατευθύνθηκα στο μπαλκόνι. Στρογγυλοκάθησα σε ένα σετ επίπλων πλαστικού, παρέα με μία άδεια κούπα. ‘Αρχισα να την κοιτάω επίμονα προσπαθώντας να προκαλέσω υπερφυσικά φαινόμενα, αλλά μετά κατάλαβα οτι ήταν πολύ πρωί για να την γεμίσω καφέ τόσο εύκολα. ‘Ετσι ξεκίνησα λοιπόν, έτσι ξεκίνησα να διαβάζω το γράμμα.   
«Λατρεμένη πριγκιπέσα μου,
Χθες άφησες εδώ μία τρίχα απ’τα μαλλιά σου, μια σεβαστή ποσότητα διοξειδίου του άνθρακα και ίχνη από σπυρέλαιο στο μαξιλάρι.
Σε παρακαλώ, μην μου τα ζητήσεις πίσω.»
Ένα καμπανάκι χτύπησε μέσα μου και άρχισα να φοβάμαι. Ε, εντάξει, δεν φοβήθηκα κιόλας, αλλά αναστατώθηκα. Δεν είχα ιδέα από ποιόν ερχόταν. ‘Ηταν αλλόκοτο. Το μετέτρεψα σε κακοφτιαγμένη μπαλίτσα και της έδωσα την απαραίτητη ώθηση για να σκίσει την καπνίλα του δωματίου και να προσγειωθεί στο εσωτερικό του κάδου, όπου φυλούσα τα πάντα εδώ και ενάμιση μήνα. Ακόμα και εσένα.

Κεφάλαιο 6 - Η Μάχη


Κάτι σε αυτά που άκουσα με έκανε να εκνευριστώ και τα νεύρα μου πάντα υποχωρούν όταν τα βήματά μου οδηγούν στην τουαλέτα. Μία στιγμή αργότερα καθόμουν σε μια τρύπα, συγκεντρωμένη στο να απελευθερώσω τον φουσκωμένο μου εαυτό. Ίδρωσα στην προσπάθεια. Χρειαζόμουν νερό, το οποίο και ήπια, αφού πρώτα απαλλάχτηκα από τα μικρόβια σαλμονέλας που καραδοκούσαν στις παλάμες μου. Κοιτάχτηκα στον καθρέφτη. Η πρώτη μου σκέψη ήταν πως ήμουν  όμορφος. Η δεύτερη πως δεν μου άξιζε να είμαι όμορφος. Η τρίτη πως τελικά δεν ήμουν. Έσκυψα το κεφάλι και περπάτησα προς την πόρτα. Μία κατσαρίδα με χαιρέτησε χαμογελώντας. Σταμάτησα για να την χαιρετήσω και εγώ. Είμαι τυπικός σε αυτά τα θέματα. Δεν κουνήθηκε η καριόλα! Απλά με κοιτούσε με τα τεράστια, αηδιαστικά, γεμάτα ειρωνεία, μάτια της και μου χαμογελούσε. Ήμουν εκατοντάδες φορές μεγαλύτερος σε όγκο από αυτήν. Γιατί δεν με φοβόταν? Μήπως μπορούσε να με ψυχολογήσει? Μήπως μπορούσε να καταλάβει πως δεν μπορούσα να της κάνω κακό? Έκανε δύο κατσαριδικά βήματα προς το μέρος μου, προκαλώντας με στην γνωστή μονομαχία ανοιχτών ματιών. Δύο βλέμματα ήταν διακριτά σε εκείνο το μέρος ,το οποίο τύχαινε να είναι και το ‘μέρος’. Το ένα ήταν σαρκαστικό, ειρωνικό και (κατά ένα περίεργο τρόπο) αφ’ υψηλού. Το δεύτερο, απαθές. Το πρώτο αντιστοιχούσε στο βρωμερό ζωύφιο. Αυτό που περισσεύει σε μένα. Έκανα δύο ανθρώπινα βήματα προς την ήδη ηττημένη μεριά της, κάνοντας κατανοητό πως δεχόμουν την πρόκληση. Κοιτιόμασταν για ώρα. Δεν ξέρω για πόση. Ας υποθέσουμε πως το  χρονικό αυτό διάστημα  ισούται με Δx. Όπου Δx=t(τελικό)-t(αρχικό). Όπου t(τελικό)=το δευτερόλεπτο κατά το οποίο τα βλέφαρά μου δεν άντεξαν και ασυνείδητα έκλεισαν. Πριν τα ανοίξω, πρόλαβα να ευχηθώ να μην το έχει προσέξει. Όταν όμως τα άνοιξα ήταν πια αργά. Είχε παρατηρήσει την απουσία  των δύο λαμπερών κόρων μου και εγώ είχα καταλάβει πως είχα πλέον χάσει. Περπάτησα προς την πόρτα και με την άκρη του ματιού μου είδα ξανά το ηλίθιο χαμόγελό της. Βγήκα. ‘Μόλις έχασα από μια κατσαρίδα’ , σκέφτηκα. Έκλεισα την πόρτα. Έκλεισα και τα μάτια μου. Απέβαλα απ’ τη μνήμη μου την ντροπιαστική ήττα  και προσποιήθηκα στους τοίχους, πως ήμουν ένας ευτυχισμένος άνθρωπος, που μόλις είχε καταθέσει κάποια ml κιτρινωπού υγρού και μερικά γραμμάρια σκούρας και σκληρής, νεκρής οργανικής ύλης, στην τράπεζα  τροφής των αποικοδομητών της γειτονιάς.  


Απο : Amola Kaluba


Λίγα , αόριστα και εισαγωγικά.
Στα χρονικά μίας παρθένας εποχής, του λάθους και της γέννησης, εξ’ ολοκλήρου αφιερωμένο σε δύο χερούλια και μιά αφορμή δική μου και όχι σε εσάς, εσάς! εκει στη βούλα εν ονόματι ορίζοντα, πολύ πιό πάνω ίσως και χαμηλότερα του σημείου τομής των ημιευθειων του σταυρού αυτής της χώρας, χώρας λήψης δακρύων, διαδρόμων γυμναστικής, χαπιών, αλκοόλ και ξεφτιλισμένων ιδεών, καλοπέρασης, φανατισμού και αγωνίας για το άγνωστο – γνωστό και τραγικό κυρίως για εσάς μέλλον, λόγω της μη επιστοφής, λόγω της ανικανότητας ή καλύτερα της αθελοσύνης για μία κίνηση προοδευτική , οποσθοδρομική, τελειωτική ή έστω ανούσια, όπως ακριβώς η χρημοτοδηγημένη πολιτική, ο επαναχρησιμοποιημένος χάρτης προς φυγή, το δυστηχισμένο και παραφουσκωμένο μπαλόνι με δυνατά αλλά μη υλοποιημένα όνειρα, η ανύπαρκτη πλέον τέχνη και ο θρήνος των αξιοθρήνητων , ανθρωπόμορφων φρύνων.
Δεκτα τα συγχαρητήρια για την (φανερα επιτυχιμένη) πρόταση χωρίς ρήμα.
Την αγάπη μου.