Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αυτό που δεν υπάρχει. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αυτό που δεν υπάρχει. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
8a '8ela na sou pw
oti oi an8rwpoi pe8ainoun polu grhgora
prin kan prolabeis na kaneis "tsik" ta duo sou brwmodaxtulakia.
Ki esy
apodeiknueis oti eisai polu strimokwlos gia na apanthseis m ena nai h oxi.
Me to fobo oti 8a mporw na koimh8w hsuxa ta bradua.
Alla o egwismos m epitelous dn m afhnei.
Twra pou eftasa ston pato.
Man, i think you need Eq-Ing.

Excuse me while i light my spliff, loves.



Είναι αστείο αυτό που συμβαίνει σήμερα! Τόσο αστείο! Στριμοκωλιά όσο δεν πάει μες στο μαγαζί, και ξαφνικά γνωρίζεστε όλοι μεταξύ σας! Εγώ ακόμα γνωρίζω εσάς κι όχι τους άλλους. Έχουν αλλάξει όλα κι είναι σαν να 'χω χάσει χρόνια εξέλιξης. Ξαφνικά μου φαίνεται. Γελάω. Έτσι όπως χαιρετιέστε όλοι μεταξύ σας με άνεση και εγκαρδιότητα, αληθινή αγάπη, όπως χορεύετε όλοι μαζί και κωλοτρίβεστε, όπως ζευγαρώνετε οι ίδιοι με όλους τους άλλους, με κάνει και γελώ. " Έχουν σπάσει τόσα ποτήρια εδώ μέσα, είναι όλοι τους μεθυσμένοι!" Χέσε με, μ' έχουν λούσει με μπύρα τρείς φορές. Είναι σαν να είμαι σε φεστιβάλ της Γερμανίας. "Αυτή τη στιγμή παίζει νά 'χω γυαλιά στα σανδάλια μου!" Πωω, ας μην ερχόσουν με σανδάλια. Εγώ τι έπρεπε να κάνω, να 'ρχόμουν χωρίς ρούχα; Σε αγνοώ και κάθομαι στο σκαμπό μου. Σας κοιτώ. Α γαμηθείτε όλοι, δεν θα παίξω σ' αυτό το παιχνίδι του ζευγαρώματος. Βγάζω τη στάχτη απ' τα μανίκια μου, που 'πεσε απ' το τσιγάρο και τα μάτια μου, σας κοιτώ και γελώ. Σχεδόν υστερικά.

# Ευχαριστούμε #

Για την λογοκρισία.


(Τα συμπεράσματα δικά σας.)

Αδελφοκτόνος

-....
- (μητρικοί λυγμοί στην άλλη άκρη του ακουστικού)
  Σκοτώνεις το μέλλον της αδερφής σου..
- Μαμά μου, πίστεψέ με, θα σκότωνα και την ίδια αν μπορούσα.
  Αλλά είναι η απόσταση βλέπεις.. Γι' αυτό μην προσπαθήσεις να την φέρεις κοντά.
Η μαμά σήμερα ήταν άρρωστη.
Γύρισε στο σπίτι και με παρακάλεσε μόνο για μία μέρα να μην κάνω φασαρία.
Με ακούμπησε πάνω στα πρησμένα σωθικά της.
Άκουγα το αίμα της να τρέχει. Αιμορραγούσε...
Η μαμά πέθανε.
Μα πριν πεθάνει μου είπε ότι αύριο θα με πάει στο σχολείο,
κι ότι ίσως δεν καταφέρει να με αγαπήσει όσο το νεκρό της παιδί.



Εσείς τι λέτε γιατρέ;

Ευχές και Δώρα Νο4

Ρώτα με. Ρώτα με αυτά που έχεις στο μυαλό σου. Εδώ και χρόνια, ή μόλις τώρα. Ρώτα με από τα πιο απλά, μέχρι και τα πιο απίστευτα. Ρώτα με οτιδήποτε. Θα σου δώσω απαντήσεις σε όλα. Ρώτα με πόσα είναι τα αστέρια, πότε θα πάμε για καφέ, αν θα έδιωχνα τη γάτα μου για να κρατήσω το σκύλο σου, αν θα έρθω μέσα στο αβάσταχτα ζεστό βράδυ στο σπίτι σου για να σε βοηθήσω να βάλεις το σκουλαρίκι σου, ρώτα με αν μου λείπουν οι μαλακίες σου, αν θα προσπαθούσα ξανά να επικοινωνήσω ακόμα κι αν εσύ παραμείνεις όπως είσαι τώρα, ρώτα με αν ξέρω να φτιάχνω λάμπες, αν μπορώ να καταπιώ γυαλί χωρίς να κοπώ, αν θα σου κεράσω το ούζο σου το βράδυ, αν θα σου κρατάω το κεφάλι όταν θα ξερνάς, αν θα κρατήσω μυστικό το λόγο που μέθυσες, ρώτα με αν έκανες ποτέ κάτι που με πλήγωσε... Ρώτα με οτιδήποτε. Θα σου απαντήσω σε όλα, αρκεί να μπεις στη διαδικασία να σκεφτείς.

Μεθυσμένοι ξεν(οι)έρωτες

Παραπατώντας σε μεθυσμένους κύκλους πάνω στο πάτωμα κάποιου ξεχασμένου μπαρ, παραμιλώντας σε μια γλώσσα που ήξερε πως κανείς δεν ήξερε, σκόνταψε πάνω στο πρόσωπο του χθεσινού ονείρου, της αυριανής επιθυμίας. Χαμογέλασε με μισόκλειστα μάτια, κι εφόσον είχε ανταπόκριση αποφάσισε να μιλήσει. Τίποτα. Η μεθυσμένη γλώσσα σαν άνοιγε το στόμα αρνούνταν να βγάλει ήχους. Ήταν πρόθυμη όμως να εξωτερικεύσει όλα όσα είχε εσωτερικεύσει πριν κάτι ώρες. Γι αυτό αποφάσισε το στόμα να κλείσει και να απομακρυνθεί. Στον τελευταίο παραζαλισμένο κύκλο αυτής της τραγωδίας, τα πόδια λύγισαν κι όλα σκοτείνιασαν... Χέρια σήκωσαν το σώμα ψηλά, το ακούμπησαν πάνω στο δικό τους σώμα, τα χείλη φίλησαν το μέτωπο και ψιθύρισαν μέσα στο σκοτάδι "Ώρα να σε πάμε για ύπνο". Ήξερε το δρόμο, το σπίτι, πού να βρει τα κλειδιά, σε ποιό δωμάτιο να αφήσει το σώμα (αυτό που αύριο δεν θα θυμόταν τίποτα) κι όπως αθόρυβα κι απρόσωπα εισέβαλε, το ίδιο απαλά αποχώρησε για άλλο ένα βράδυ.

Good News!! (not)

Απάτη.Τσιγάρο.Τσακωμός.Απόσταση.Δολοφονία ανυπεράσπιστου χωρίς λόγο.Θλίψη.Απρόβλεπτη συγκατοίκηση εξ ανάγκης.Καταπίεση.Υπερβολικό φόρτο εργασίας.Τρέξιμο για βοήθεια προς κάποιους που δεν το θέλουν.Εξαναγκασμός.Κρίσεις πανικού.Ανεκπλήρωτοι έρωτες για όλους.Καφές.Αλκοόλ στη μέση της βδομάδας για κουράγιο.Αντιβίωση.Πρωινά χάπια εφ' όρου ζωής.Χωρίς λεφτά κανένας για κανένα λόγο.Το λιγότερο.Κόπωση, συναισθηματική και σωματική.Έλλειψη ομορφιάς.Έλλειψη καλών νέων για μήνες.Και το ξέπλυμα της βροχής μιας τέντας κωλάδικου στο κεφάλι μου.
Χωρίς Μan από τότε μέχρι πάντοτε.

Tonight it's Just Me and the Dancefloor

Με κοιτούσε προκλητικά. Με καλούσε κοντά του. Δίσταζα. Γι' αυτό αποφάσισα να μεθύσω. Και πάνω που ήμουν έτοιμη να κάνω το βήμα, ένας γκρι χοντροκέφαλος πετάχτηκε μπροστά μου. "Χορεύουμε;" Κοίταξα ανήσυχη το πάτωμα. Όχι, δεν θα δεχόταν κάτι τέτοιο. Τράβηξα με δυσκολία το βλέμμα μου από πάνω του και απάντησα "Λυπάμαι, με πονάει το γόνατό μου". Χαμογέλασε κι έκανε ένα βήμα πίσω με σκοπό να ανοίξει χώρο και να με προσκαλέσει. Και τότε γλίστρησε πάνω στο πάτωμα, το οποίο ήταν υγρό εξαιτίας μου. Το κοίταξα και μου χαμογέλασε ικανοποιημένο. Ο γκρι χοντροκέφαλος ταράχτηκε από την πτώση που είχε μπρος στα μάτια μου (δεν ήξερε ποτέ ότι ποτέ δεν ήταν υψηλά στα μάτια μου...μα γκρι??), θίχτηκε με το πάτωμα και το έσπρωξε με το πόδι του κατευθυνόμενος προς μια καρέκλα μπρος στο μπαρ. Κάθησε απέναντί μου και περίμενε. Πόσο ήθελα να χορέψω! Πόσο ήθελε το πάτωμα να χορέψω! Μα που θα πάει, θα φύγει κάποτε ο χοντροκέφαλος....Δεν θα φύγει???

Το Πρωινό

Ονειρεύτηκα πως είχα ένα παιδί.
Ένα αγγελούδι με μαύρα μαλλιά και μαύρα μάτια.
Άκουγε Μπαχ και χόρευε τανγκό.
Ζωγράφιζε όμορφα τοπία.
Κι ύστερα ήρθε ο μπαμπάς του.
Δεν τον ήξερα.
Ήθελε να μείνει μαζί μας.
Δεν τον θέλαμε.
Ύστερα το παιδί τον αγάπησε και τον ήθελε περισσότερο από εμένα.
Νευρίασα και τον έδιωξα.
Το παιδί μελαγχόλησε.
Νευρίασα και το έφαγα.
Το πρωί ξύπνησα χορτάτη.

Really Bad And Cheap poetry

They say a woman’s heart is a deep ocean of secrets.
Well, if we realize it, people do whatever they want in oceans.
They piss, they throw their garbage and their shit, they kill out of control the life they have inside them, they test nuclear weapons, they throw chemicals and other shit that I can’t recall right now.
But most of all, people throw in the oceans their secrets.
They stand on the edge and talk to the ocean, scream at it, cry and ask why.
Like it doesn’t have enough inside it…
It seems like I lost the point.
But what I want to say is that I’m not the ocean.
I threw the secrets that hurt my heart (mine and yours) in an invisible notebook.
I burned it and now I’m a cloud.
I can't keep your secrets...just your dreams.

Always did

'' You know, i love my men. I always loved them. What? No,i'm not married and never was. Actually i didn't even have a real relationship with them. Who are they?Oh,they were... they are everyone,every time among the years. I love my men. I love the way they look at me with their big eyes, the way they laugh,the way they hug and kiss me, the way they whiff on my neck, the way they light my cigarette,the way they tell me their great stories,the way they've done everything,the way they pretend they're never bored,the way they look away to someone else,the way they're getting mad when I'm looking at someone else...I love their hypocrisy,i love their lies,i love them when they're out of control,i love them when they hurt me,i love them even when they walk away... You think i'm too young to know what love is? I think you're too old and have forgotten. Love is something personal,that every single man lives it on his own way. That's why my men hurt me and i hurt them. Because we didn't try to love in the way the other person wanted to be loved. Cause that's what love is all about. But i'm sure, that even when i'm dying,my last thought will be: "I loved my men. I always loved them. 'Till now..." You know,three days now in a row, there are that lyrics from a song stuck on my mind :
'it's just another day,nothing in my way,i don't wanna go,i don't wanna stay,now there's nothing left to say..'
Tells everything.. I gotta go now, my bus is waiting. Bye.. ''

Cat Hair

Επιστροφή απ' το πατρικό
με γατότριχες στα ρούχα.
Το μόνο που θέλω είναι ησυχία
και τσιγάρα.
Για να ξεπλύνω απ' το μυαλό μου το τελευταίο σου βλέμμα.
Γι' άλλη μια φορά νιαουρίζω μόνη.

Καλή Χώνεψη!

   Ας υποθέσουμε ότι πας σε ένα εστιατόριο για φαγητό.Ούτε πρωτοκλασάτο,ούτε πεταμένο. Κάτι που αντέχει η τσέπη σου και το φαγητό του τρώγεται.Πας,κάθεσαι και παραγγέλνεις το πιάτο της ημέρας,χωρίς να δεις τι είναι.Γιατί τόσο καιρό τρως σ' αυτό το μαγαζί.Εμπιστεύεσαι την κουζίνα του. Και εκτός αυτού,σ' αρέσουν κι οι εκπλήξεις -όσον αφορά τα απλά πράγματα, πάντα. Περιμένεις,στριφογυρνάς στην καρέκλα σου, γιατί ανυπομονείς να δεις τι θα φας και είμαι σίγουρη ότι αν είχες ουρά θα την κουνούσες. Το καταλαβαίνω απ'το χαμόγελο στα μάτια σου. Περνάει λίγη ώρα και ο σερβιτόρος έρχεται,αφήνει μια πιατέλα καλυμμένη μπροστά σου και φεύγει με ελαφρά πηδηματάκια και τον αέρα πεταλούδας. "Ας του πει κάποιος που δουλεύει",σκέφτεσαι και κρυφογελάς. Ανοίγεις την πιατέλα και το γελάκι σου κόβεται μαχαίρι. Ανακατεύεσαι απ' το θέαμα, κρατάς το γεμάτο απ' τα σωθικά σου στόμα σου και σπρώχνεις πίσω την καρέκλα σου.Τι βλέπεις? Στο πιάτο σου κείτεται ένας αρουραίος γδαρμένος και άψητος. Και έχει και μια ουρά....Δεν θα την ξανακουνήσει,μην αγχώνεσαι! Επαναφέρεις με κόπο τα σωθικά σου εκεί που θα 'πρεπε να βρίσκονται και με τρεμάμενη φωνή -είσαι ακόμα σοκαρισμένος- καλείς το σερβιτόρο.
-Τι είναι αυτό;;Γιατί μου τό 'φερες αυτό τοττοτο...το απαίσιο πράγμα?? ρωτάς
-Α,δεν φέρω καμία ευθύνη για τα πιάτα,εγώ είμαι ένας απλός σερβιτόρος σε ένα απλό εστιατόριο, απαντάει λες και έχει ακούσει τη σκέψη σου.
Αντιλαμβάνεσαι αστραπιαία το κύρος σου ως πελάτης,υψώνεις φωνή και ανάστημα και απαιτείς να σου παρουσιαστεί ο σεφ χτυπώντας το χέρι σου στο τραπέζι. Το φαϊ σου αναπήδησε κι εσύ αναγούλιασες,αλλά ευτυχώς ο σερβιτόρος έχει "πετάξει" ως στην κουζίνα,οπότε δεν έχασες το κύρος σου. Μέσα σε δευτερόλεπτα,εμφανίζεται μπροστά σου ένας κυριούλης που φοράει το καπέλο του σεφ και την ποδιά του χασάπη. Κοιτάς τα αίματα στην ποδιά και είσαι σίγουρος ότι αυτός είναι ο υπεύθυνος της εκπληξής σου.
-Γιατί,πώς,τι σκεφτόσουν?? ρωτάς ταραγμένος.
Κι αρχίζει το ποιηματάκι του:
-Ήταν στην αποθήκη με τα τρόφιμα καιρό τώρα,πολλοί σαν κι αυτόν,αλλά δεν μπορούσα να τους καταπολεμήσω,καθώς μαζεύονταν όλο και περισσότερα τρόφιμα και όλο και περισσότεροι πελάτες έρχονταν για φαγητό.Όμως όλοι έτρωγαν συγκεκριμένα φαγητά,οπότε κάποια έμεναν.Δεν πετάχτηκαν ποτέ τα μπαγιάτικα.Τα έτρωγαν αυτοί, λέει δειχνοντας το πιάτο σου.Δεν το κοιτάς,περιμένεις να δει που θα καταλήξει.
-Και?
-Ε,και κάποια στιγμή οι αρουραίοι ήταν περισσότεροι απ' τα τρόφιμα.Έφαγαν τα πάντα.Άδειασε η αποθήκη από φαγητά και γέμισε καλαναθρεμένους αρουραίους. Οπότε αποφάσισα για κάποιο καιρό να έχω ως κύριο-και μόνο- πιάτο γεμιστούς αρουραίους. Το φαγητό σας βρίσκεται στο στομάχι του!...

   Τώρα ας πούμε ότι είσαι εσύ εσύ.Αυτός δηλαδή που πάει στο εστιατόριο. Η αποθήκη με τα τρόφιμα είναι η αποθήκη των συναισθημάτων σου.Τα τρόφιμα που θέλουν να τρώνε οι πελάτες -δεν βγαίνεις απ' έξω,κι εσύ πελάτης είσαι- είναι, όπως καλά κατάλαβες, τα θετικά και όμορφα αισθήματά σου. Είναι αυτά που βγαίνουν προς τα έξω και πάνε ευχάριστα για κατανάλωση.Αυτά που μένουν και μπαγιατεύουν είναι τα αρνητικά σου αισθήματα. Ναι ρε παιδάκι μου,δεν έχουν ωραία γεύση ή υφή στο στόμα,και σε πειράζουν στο στομάχι.Ξέρω.Είχες σκεφτεί όμως ποτέ ότι τα άσχημα συναισθήματά σου αν μείνουν καιρό στην αποθήκη θα μαζέψουν "αρουραίους" και άλλα "αντιπαθητικά ζωύφια" τα οποία θα αρχίσουν να τρώνε και τα ωραία σου "φαγητάκια"?? Μήπως πρέπει να τα φας κι αυτά κάποτε? Ή αν όχι να τα φας..να τα ακουμπήσεις,να τα κοιτάξεις,να τα επεξεργαστείς?Να τα πετάξεις??
Δεν ξέρω αν το κατάλαβες,αλλά εγώ είμαι ο γαμημένος σεφ.
Θα μου κάνεις παράπονα? Εσύ ήρθες στο μαγαζί μου.
Θα με προσβάλλεις γι αυτό που σου πρόσφερα? Δικό σου είναι.Όσο φταίω εγώ,φταίς κι εσύ.
Δεν θα ξανάρθεις στο μαγαζί μου?Η αποθήκη με τα τρόφιμα θα είναι πάντα η ίδια.Η δικιά σου. Απλά άλλοι σεφ θα έχουν ψήσει τον αρουραίο σου,θα του έχουν κόψει την ουρά και θα τον έχουν καλύψει με πυχτή σάλτσα.
Τελικά??Τι θα κάνεις?? Θα βγάλεις στο φως τα "σκουπίδια" σου ή να σου τρίψω το κρέας στη μούρη?
Ανυπομονώ για την απάντηση.

Μενέλαος Λουντέμης - Έκσταση (απόσπασμα)

... Μα πότε είναι ήρεμη μία νύχτα; Όταν δεν φυσάει;δεν έχει αστραπόβροντα; Μου φαίνεται πως όχι. Όταν η νύχτα κάνει χαλασμό έξω την ακούμε. Μας ειδοποιεί πως είναι μία νύχτα θυμωμένη, μία νυχτα που φοβερίζει γιατί δεν μπορεί να καταστρέψει. Καθήσατε όμως ποτέ να ακούσετε μια ήσυχη νύχτα; Όχι. Είναι γιατί τότε μας ακούει εκείνη. Είναι μια νύχτα τυφλή, μπορεί και πεθαμένη. Πώς μπορείτε λοιπόν να κοιμηθείτε τότε; Πώς μπορείτε να παραδοθείτε στην αγκαλιά μιας νεκρής;
Οι νύχτες αυτές είναι ασέληνες,μαβιές,έχουν τη μαυρίλα του έβενου. Είναι φόβος να σε πετύχουν στον ύπνο και να σε καταποντίσουν, να σε διαλύσουνε μες στο έρεβος. Κάθε τέτοιες νύχτες, κάτι φυλές της ζούγκλας ανάβουν μεγάλες φωτιές κι ως το πρωί χτυπάνε αδιάκοπα το ταμ-ταμ...

Γράμμα για το Γράμμα


Υποστηρίζουν...Υποθέτω.Υπολογίζω? Τέλος πάντων,κάποιο ρήμα από "υπό" στην αρχή της πρότασης, πως όταν ξεκινά κάποιος ένα γράμμα, το απευθύνει σε κάποιο πρόσωπο με σκοπό να το στείλει. Όμως αυτά που χτυπιούνται μες στο μυαλό μου ζητώντας να βγουν..πφφ..δεν ξέρω σε ποιανού το μυαλό να τα χώσω, και αυτό -ή ακόμα και ο ίδιος- να μην εκραγεί. Αλλά πρέπει,θέλω,έχω ανάγκη να τα πω.Θα τα γράψω. Θα γράψω αυτό το γράμμα. Και το γράμμα μου θα το στείλω στο γράμμα μου. Δηλαδή θα το αφήσω εκεί που γεννήθηκε.

Γράμμα μου,
      απελπίζομαι. Θέλω να ουρλιάξω. Μπορώ? Σαφώς και μπορώ! Πιθανόν να είναι λίγο τσιριχτά στην αρχή,αλλά μετά θα αποκτήσει το απαραίτητο βάθος για να τραβήξει αυτή την αρρώστια, που με τυλίγει καιρό τώρα, προς τα έξω. Θα ξεχυθεί έξω και θα ορμήξει προς τους περαστικούς. Κάποιοι θα τρομάξουν και θα φύγουν,άλλοι θα είναι αδιάφοροι, και ίσως μερικοί να μολυνθούν. Μπορεί να νιώσουν και την ανάγκη να πράξουν ομοίως. Ή απλώς να απορήσουν από που το έσκασα. Γιατί το να εκφράζω άσχημα συναισθήματα είναι αταίριαστο της εποχής μας ή -το ελάχιστο- παιδιάστικο. ΟΦΕΙΛΩ να φοράω τη χαρά στο πρόσωπό μου,σαν να είναι μόνιμο μακιγιάζ. Δεν πρέπει να δείχνω την αγωνία και τον φόβο μου για τα πιο κοντινά. Που οι φίλοι μου νιώθουν ανεκπλήρωτοι και ανικανοποίητοι με αυτά που έχουν. Και αυτό που έχουν πάντα είναι ένα θλιμμένο βλέμμα. Μπορείς να το δεις πίσω απ' τα καταναγκαστικά γελάκια μετά απ' τα κρύα αστεία που ανταλλάζουμε. Μην μας παρεξηγείς..για να ελαφρύνει η ψυχούλα μας. Και οι φίλες μου. Ω,οι τότε φίλες μου! Έχουν μείνει μισές. Τυλίγονται με ζελατίνες και περπατούν στις μύτες, γιατί άλλες είναι πιο αδύνατες και πιο ψηλές απ' αυτές. Έχουν χάσει τα μυαλά τους μαζί με τα κιλά. Όταν τις αγκαλιάζω χάνομαι στην αγκαλιά μου,καθώς τα χέρια μου επιστρέφουν σ' εμένα, κι όταν τους μιλώ, είμαι σίγουρη ότι το τσιγάρο που χτυπούν ψυχωτικά στο τασάκι,παρόλο που έχει πέσει η στάχτη, τους έχει τραβήξει όλη την προσοχή. Και σιωπώ,γιατί τρομάζω. Αλλά αυτό που με τρομάζει περισσότερο είναι το γεγονός ότι αγνοώ τους φόβους μου,μέχρι κάποιος να με βρίσει και να μου πετάξει ένα αναμένο τσιγάρο στα πόδια φεύγοντας μακρυά μου. Γιατί δεν με άντεξε. Ίσως γι αυτό δεν είχα που να σε στείλω γράμμα μου. Δεν θα σου πω ποιό είναι το "αυτό". Θα το κρατήσω για τον εαυτό μου.
Στην τελική,μάλλον εγώ φταίω. Έχω υπερβολικές απαιτήσεις,χωρίς να κάνω κάτι ανάλογο. Το μόνο σίγουρο και ειλικρινές είναι ότι δεν έχω λάβει ποτέ γράμμα. Πέρα απ' τους λογαριασμούς και τα διαφημιστικά βέβαια. Και ποτέ δεν έχω στείλει κανένα. Τα έχω σκίσει όλα. Γιατί πάντα,όπως και τώρα, νιώθω ότι κάνω ένα ακόμα λάθος.

Ελευθερία λόγου θέλετε????

Ελευθερία σημαίνει να μπορείς να επιλέξεις ανάμεσα σε αυτά που σου αρέσουν ένα και μοναδικό πράγμα και να είσαι έτοιμος στη συνέχεια να δεχτείς τα αποτελέσματα-συνέπειες αυτού που επέλεξες. Έτσι υποστηριζει συνεχώς ο καθηγητής μου. Και δεν το υποστηρίζει απλώς. Το λέει και λιώνει, τελειώνει και γεμίζει ο χώρος ηδονή και απελπισία, θέλεις να τρέξεις και να φύγεις, γιατί αντί να είσαι εκεί θα προτιμούσες να είσαι κάπου αλλού και να κάνεις κάτι άλλο. Αλλά δεν το κάνεις. Γιατί δεν είσαι ελεύθερος. Όχι. Αν νομίζεις ότι είσαι δεν είσαι. Το ξέρω ότι δεν είμαι ελεύθερη, οπότε μπορώ να γνωρίσω τους ομοίους μου σαν να είναι ψωριάρηδες. Είμαστε δέσμιοι των δεσμών μας. Τι λέω τώρα ε? Αλλά μπορώ να προσπαθήσω να γίνω ελεύθερη. Μπορώ και Θέλω. Οπότε θα γράψω αυτό που θέλω, εκμεταλευόμενη την τρανή ελευθερία του λόγου, που σ' αυτή τη χώρα μ' αυτούς τους ανθρώπους είναι απλά άλλη μια στολή για τις απόκριες. Και υπάρχουν πολλοί μασκαράδες όλο το χρόνο. Οπότε σας τραγουδάω : DO YOU WANNA SUCK ME? I'M A COCK
Θα τελείωσω τις εργασίες μου μόλις τελειώσω.

Ευχές και Δώρα Νο3

Σου χαρίζω αυτό το γεμάτο δάκρυα μαξιλάρι, για να έχεις υγρές νύχτες.
Δύο μικρά κίτρινα ζόμπι, για να μυρίζει ωραία το σπίτι σου.
Έναν καθρέφτη, για να βλέπεις τι είσαι.
Ένα φάντασμα, για να μην κοιμηθείς ποτέ ξανά μόνος και καταλάβεις πως έχω φύγει.

Στην Ξένια

Μερικές φορές
όπως περπατάς δίπλα μου νιώθω ότι αιωρείσαι.
Είναι λες και χορεύεις σ' ένα ονειρεμένο άσμα
το οποίο τα αυτιά μου δεν μπορούν ν' ακούσουν
και το μυαλό μου δεν θα χωρέσει ποτέ.
Μερικές φορές
όπως περπατάς δίπλα μου, νιώθω ότι έχω γεράσει.
Είναι λες και οι έγνοιες μες στο κεφάλι μου έχουν
πιάσει όλο το χώρο μέχρι κάτω στους ώμους μου,
οι οποίες με βαραίνουν και κολλούν το σώμα μου
στο έδαφος, σαν σε σχέση εξάρτησης.
Αδύνατη η έλλειψη βαρύτητας, η έλλειψη λογικής.
Σε αντίθεση μ' εσένα.
Όπως πάντα.

Είναι περίεργο...

Είναι περίεργο, αλλά αν προσπαθήσεις, θα το παρατηρήσεις. Στους φίλους σου, στους άλλους, σ’ εμένα, ακόμα και στον ίδιο σου τον εαυτό. Ας το παραδεχτούμε λοιπόν, δεν είναι κοινό μυστικό. Είναι δεδομένο. Γράφουμε όλοι όταν είμαστε χάλια. Όταν πονάμε, όταν νιώθουμε μίσος, οργή, όταν ο τόπος δεν μας χωράει ή μας καταβροχθίζει. Όταν τα λόγια δεν βγαίνουν απ’ το στόμα μας, αλλά κρέμονται απ’ το λαρύγγι και μας πνίγουν. Τότε κυρίως είναι που τρέχεις μέσα στο σπίτι και πετάς τα πάντα πάνω απ’ το γραφείο, αναποδογυρίζεις τσάντες, βιβλία, ακόμα και τα παπούτσια για να βρεις ένα μολύβι ή ένα στυλό για να βγάλεις σε ένα χαρτί όσα αισθάνεσαι… εντάξει, σίγουρα γράφουμε κι άλλες φορές, όπως όταν έχουμε μια πολύ όμορφη ονειροπόληση, αλλά εγώ προσωπικά προτιμώ οι ονειροπολήσεις μου να παραμένουν ονειροπολήσεις: άυλες άπιαστες εύπλαστες και ανύπαρκτες. Γιατί όπως είχε πει και ο Πόουπ (θυμήθηκα, παίρνω και όρκο) ‘είναι τόση η μηδαμινότητα των ανθρώπινων πραγμάτων, ώστε με εξαίρεση το αυθύπαρκτο ον, δεν υπάρχει τίποτα ωραίο εξόν απ’ αυτό που δεν υπάρχει.’ Και γιατί όπως είχε πει και μία φίλη «όταν συμβαίνουν όμορφα πράγματα θέλεις να πιείς και την τελευταία σταγόνα χαράς που σου προσφέρεται, οπότε που χρόνος να γράψεις;». Και προσωπικά πιστεύω πως είναι αλήθεια… έχω πολλές όμορφες στιγμές να περιγράψω. Όπως το να βρίσκεις ένα υπέροχο μωβ λουλούδι μέσα στην πόλη -και να μην είναι πλαστικό. Κι ενώ το έχεις στα χέρια σου να νιώθεις σαν να κρατάς το πιο πολύτιμο πράγμα σ’ ολόκληρο τον πλανήτη. Όταν σε παίρνει τηλέφωνο μία φίλη που βρίσκεται σε συναυλία για να ακούσετε μαζί ένα τραγούδι που της είχες αφιερώσει πριν σχεδόν ένα χρόνο. Όταν κάθεσαι στην παραλία και νιώθεις τον ήλιο να σου ζεσταίνει το δέρμα και να σου ανοίγει το μαλλί (που παρόλο που εδώ και μήνες είναι μαύρο, μπορεί και χρυσαφίζει ακόμα). Όταν σε πλησιάζουν όλα τα αδέσποτα στη σχολή και αποδεικνύεται πόσο κοπρίτης είσαι. Όταν κάθεσαι στο παλιό σου στέκι και κοιτάς καχύποπτα όλα τα ‘μικρά’ που νομίζουν πως θα σου πάρουν τη θέση. Κι επειδή ξέρουν πως αυτό δεν γίνεται, υποχωρούν. Γιατί κανέναν δεν αφήνεις να κλέψει τις παλιές αγαπημένες συνήθειες του καλοκαιριού, όπως το παγωμένο τσάι, τις φίλες σου, τα δυνατά γέλια και την απελευθέρωση των συναισθημάτων και των συμπεριφορών- τον θάνατο του καθωσπρεπισμού- όπως το να βγάζεις τα παπούτσια σου στην καφετέρια και να ρεύεσαι δυνατά, κι ας «θίχτηκε!!» η παραδίπλα απέναντι. Τα κλεφτά συνωμοτικά βλέμματα με ανθρώπους που σε ξέρουν πλέον καλά για να μην χρειάζεται να μιλήσεις. Και μετά το γέλιο. Τα απλά συνηθισμένα αγγίγματα που σε ηλεκτρίζουν φωνάζοντας ότι είναι κάτι παραπάνω από απλά και συνηθισμένα. Αυτά και πάρα πολλά άλλα, προτιμώ να τα ζω παρά να τα γράφω. Τα άσχημα πράγματα που μου συμβαίνουν τα γράφω για να εξαγνιστώ, για να τους δώσω σώμα και μορφή ώστε στο μέλλον να τα αναγνωρίζω και να τα αποφεύγω. Ή αν κάποιες στιγμές η μνήμη μου με ξεγελά και τα παρουσιάζει κάπως πιο ρόδινα, να μπορώ να τα καλέσω σε μια συνάντηση υπενθύμισης, κάτι σαν reunion συναισθημάτων, ώστε να μην χρειαστεί να ξαναπέσω στην ίδια παγίδα. Και για αυτό δεν γράφω τα εξαίσια πράγματα που μου συμβαίνουν, για να μην τα απομυθοποιήσω. Η γλώσσα που μού μίλησαν οι άνθρωποι και έμαθαν κι εμένα να μιλώ δεν μπορεί να περιγράψει τα όμορφα πράγματα που βλέπω σκέφτομαι ζω. Όταν τα γράφω ή τα λέω, νιώθω ότι μαραίνονται, πεθαίνουν, χάνουν το πραγματικό τους χρώμα. Ίσως να είναι δικό μου το λάθος. Αλλά είναι δική μου επεξήγηση, οπότε μπορώ να γράψω ό,τι θέλω. Συμπερασματικά- όπως με ανάγκαζαν να κάποτε να γράφω στα άψυχα κείμενά μου- ίσως να νιώσεις άσχημα πράγματα όταν διαβάζεις κάτι δικό μου, ίσως για μένα, ίσως για σένα τον ίδιο, αλλά μην στεναχωριέσαι. Φυλάκισα τον τρόμο στις λέξεις και τον καταδίκασα σε διαπόμπευση σε κάθε ανάγνωση. Γιατί έτσι έμαθα να τον αντιμετωπίζω και να τον νικάω.
Γι αυτούς που τρόμαξαν ή αρνήθηκαν όταν είδαν το σκοτάδι. Λυπάμαι που δεν εξήγησα προφορικά αλλά εκφράζομαι καλύτερα γραπτά. Κι επειδή σίγουρα υπάρχουν κι άλλοι σαν εσάς που προτιμούν το φως (ναι, έχω την ψευδαίσθηση ότι δεν διαβαζόμαστε μεταξύ μας) σας ενημερώνω πως μόλις ξυπνήσω μέχρι να κοιμηθώ ακούω μουσική, αγαπάω τα χρώματα, τις χάντρες, τις πεταλούδες και τις γάτες- αν και είναι κακός συνδυασμός- ονειρεύομαι συνέχεια, χαμογελάω σε αγνώστους, ερωτεύομαι οτιδήποτε και δυσκολεύομαι πολύ να το πάρω απόφαση να δημοσιεύσω κάτι. Voila!